ἐποίχομαι

ἐποίχομαι,
A go towards, approach,

μνηστῆρας ἐπῴχετο Od.1.324

;

αἰτίζειν..ἐποιχόμενον μνηστῆρας 17.346

, cf. 6.282 ;

ἐ. δόμον ἄλλον Thgn.353

; [θεοὺς] τραπέζαις ἐ. draw near to the gods with sacrificial feasts, Pi.O.3.40 ;

εὐεργέταν Id.P.2.24

.
2 approach with hostile purpose, attack, c. acc.,

Κύπριν ἐπῴχετο νηλέϊ χαλκῷ Il.5.330

, cf. 10.487.
II go over, traverse,

νηῶν ἴκρια 15.676

.
2 go round, visit in succession, of one who hands round wine, αὐτοῖσιν θάμ' ἐπῴχετο

οἰνοχοεύων Od.1.143

; of a general, pass along troops,

στίχας ἀνδρῶν Il.15.279

, cf. 16.155 ; inspect, [φώκας] Od.4.451 : abs., go his rounds, Il.10.171, 17.215 ;

πάντοσ' ἐποιχόμενος 5.508

;

πάντῃ ἐ. 6.81

, 10.167, etc.
3 of arrows visiting persons with death,

τὰ δ' ἐπῴχετο κῆλα θεοῖο πάντῃ ἀνὰ στρατόν 1.383

, cf. 50 ; οἷς ἀγανοῖσι βέλεσσιν ἐποιχόμενος (or -νη) κατέπεφνεν, 24.759, Od.3.280
, 5.124, etc.
4 go over or ply one's task,

ἔργον ἐ. Il.6.492

, Od.1.358, 17.227, etc. ; δόρπον ἐ. set about preparing it, 13.34 ; freq. of women, ἱστὸν ἐ. ply the loom, Il.1.31, Od.5.62, al., cf. Ephor.5 J. ;

ἔργον φυλόπιδος ἐ. Mimn.14.10

;

φύλοπιν Hes.Sc.200

(tm.); [γύας καὶ ἀλωὰς] ἔργοισιν ἐ. with labour, Theoc.25.32 : c. dat.,

ἔργῳ ἐ. Q.S.12.343

codd. : abs. in part., with another Verb, busily,

ἡ μὲν ἐποιχομένη..ἔντυεν ἵππους Il.5.720

.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • εποίχομαι — ἐποίχομαι (Α) 1. πηγαίνω προς το μέρος κάποιου («αὐτίκα δὲ μνηστῆρας ἐπῴχετο ἰσόθεος φώς», Ομ. Οδ.) 2. (για θεούς) τιμώ με θυσία, τόν πλησιάζω με προσφορές («ξεινίαις αὐτοὺς ἐποίχονται τραπέζαις», Πίνδ.) 3. επιτίθεμαι, προσβάλλω («ὁ δὲ Κύπριν… …   Dictionary of Greek

  • ἐποιχομένων — ἐποίχομαι go towards pres part mp fem gen pl ἐποίχομαι go towards pres part mp masc/neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐποιχόμεθα — ἐποίχομαι go towards pres ind mp 1st pl ἐποίχομαι go towards imperf ind mp 1st pl (homeric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐποιχόμενον — ἐποίχομαι go towards pres part mp masc acc sg ἐποίχομαι go towards pres part mp neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐποίχεο — ἐποίχομαι go towards pres imperat mp 2nd sg (epic doric ionic aeolic) ἐποίχομαι go towards imperf ind mp 2nd sg (epic doric ionic aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐποιχομένη — ἐποίχομαι go towards pres part mp fem nom/voc sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐποιχομένην — ἐποίχομαι go towards pres part mp fem acc sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐποιχομένης — ἐποίχομαι go towards pres part mp fem gen sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐποιχομένους — ἐποίχομαι go towards pres part mp masc acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐποιχόμεναι — ἐποίχομαι go towards pres part mp fem nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐποιχόμενοι — ἐποίχομαι go towards pres part mp masc nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.